Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 

 
Χωρίς αμφιβολία, το 2005 είναι μια ιδιαίτερα σημαντική και ταυτόχρονα κρίσιμη χρονιά για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας. Είναι μια «κομβική» χρονιά για την πορεία της ανάπτυξης στην κατεύθυνση της σύγκλισης με τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και για την τόνωση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Το 2005, σε γενικές γραμμές, είναι μια «καθαρή χρονιά», με την έννοια ότι στην διάρκεια της , δεν υπάρχουν εκλογικές αναμετρήσεις -το θέμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας προχωράει συναινετικά αφού ο Κάρολος Παπούλιας είναι μια κοινά αποδεκτή προσωπικότητα- και κατά συνέπεια δίνεται η μεγάλη ευκαιρία να «ανασηκωθούν μανίκια» για δουλειά στον ευαίσθητο τομέα της οικονομίας, ώστε όχι μόνο να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που πετύχαμε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και να εντατικοποιηθούν και παράλληλα να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών επιχειρήσεων. Επιπροσθέτως, σημαντικά και καθοριστικά για την Ελλάδα και την οικονομία της γεγονότα , που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια, όπως η είσοδος της Ελλάδας στην Ο.Ν.Ε, η εισαγωγή του Ευρω, η δημιουργία υποδομών, αποτελούν σημαντικότατες παρακαταθήκες για την περαιτέρω «εκτίναξη» της Ελληνικής οικονομίας και μια πιο δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος, αφού οι εργαζόμενοι κατά κύριο λόγο ήταν αυτοί που σήκωσαν το βάρος της εισόδου της Ελλάδας στη «λέσχη» των ισχυρά οικονομικών χωρών. Η επιτυχής διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, το περασμένο καλοκαίρι, αλλά και η ψυχολογία που υπήρχε στον κόσμο, από το μεγάλο αυτό γεγονός, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες παρακαταθήκες δημιουργούσε βάσιμες προσδοκίες, ότι για την Ελλάδα άνοιγαν νέοι δρόμοι. Δυστυχώς, όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται, όπως ανέμεναν, όπως προσδοκούσαν οι πολίτες. Για μήνες τώρα στην ημερήσια διάταξη, δεν βρίσκονται ούτε σχεδιασμοί για δυναμική ανάπτυξη, ούτε ένα πρόγραμμα σοβαρών μεταρρυθμίσεων για την οικονομία, ούτε ένας σαφής προγραμματισμός για το πως θα πάμε στην πραγματική σύγκλιση, ούτε ακόμα μια πολιτική για την ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων. Αντιθέτως στην ημερήσια διάταξη, για μήνες τώρα βρίσκεται το παρελθόν, οι καταλογισμοί δήθεν ευθυνών, η αυτάρεσκη προβολή επαναλαμβανόμενων κοινοτοπιών, μεθοδεύσεις κόντρα στο κοινοτικό δίκαιο που εξυπηρετούν μόνο μικροκομματικές σκοπιμότητες κ.α . Από το «χρυσό καλοκαίρι» των Ολυμπιακών Αγώνων, που διαμορφώθηκε ένα αίσθημα ανάτασης και προσδοκιών, οι πολίτες, οι παραγωγικές τάξεις βιώνουν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα, την απραξία, την οικονομική δυσπραγία. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που διασφαλίστηκαν τα τελευταία χρόνια, έφερναν την Ελλάδα πρώτη σε «ταχύτητα σύγκλισης» ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βεβαίως σε όλη αυτή την πορεία, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι υπήρχε ένα πρόβλημα αναδιανομής του εισοδήματος, υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικά τάξεων. Μόνο που για να γίνει αυτό χρειάζονταν και χρειάζεται να διατηρηθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και η «ταχύτητα σύγκλισης». Όμως σήμερα και με βάση ακόμα και τον νέο προϋπολογισμό που παρουσίασε η Κυβέρνηση –και ο οποίος είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να εκτελεστεί- σηματοδοτείται ανακοπή της ανάπτυξης. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Στις διεθνείς αγορές και στη διεθνή κοινή γνώμη, σημαντικό ρόλο για την ανταγωνιστικότητα και το κύρος μιας οικονομίας, παίζει η εικόνα που δίνει η χώρα, η συμπεριφορά που επιδεικνύει, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα. Η περιβόητη «δημοσιονομική απογραφή», είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα –αλλά όχι το μόνο- μνημειώδους επιπολαιότητας, όπου κυρίαρχο κριτήριο στη σκέψη των κυβερνώντων, ήταν η δυσφήμιση του πολιτικού αντιπάλου και όχι το συμφέρον της χώρας. Η απογραφή και κυρίως η διαχείριση της, έδωσε το μήνυμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις διεθνείς αγορές, ότι στην Ελλάδα κυριαρχεί η εμπάθεια και η επιπολαιότητα και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το τι πρόκειται να συμβεί. Και δυστυχώς αυτή η δυσφήμιση της χώρας από το εσωτερικό της, ήλθε σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα βρίσκονταν στο καλύτερο σημείο που είχε φτάσει ποτέ στο διεθνές περιβάλλον, αποτελούσε σημείο αναφοράς για τους γείτονες μας, αλλά και τους Ευρωπαίους. Υπήρχε ασφάλεια και σιγουριά. Η αβεβαιότητα όμως που δημιουργεί καθημερινά η Κυβέρνηση, είναι ο πιο ισχυρός αποτρεπτικός παράγοντας για την οικονομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη. Με ενέργειες όπως η απογραφή, δεν γινόμαστε πόλος έλξης διεθνών οικονομικών πρωτοβουλιών. Με την κατάσταση της ανασφάλειας, της αβεβαιότητας και της επιπολαιότητας που διαμορφώνει καθημερινά η Κυβέρνηση, αποτρέπονται διεθνείς συνεργασίες στον επιχειρηματικό, τον επενδυτικό τομέα κ.α . Η πολιτική της αποχής από τις διεθνείς εξελίξεις (οικονομικές, διπλωματικές κ.α) και η αδυναμία ανάληψης πρωτοβουλιών, εξασθενούν την θέση της χώρας μας στην διεθνή σκακιέρα και μπλοκάρουν την περαιτέρω διεθνή οικονομική της ισχυροποίηση. Αυτό που απαιτείται για την ένταση της ανάπτυξης, είναι η εξωστρέφεια της οικονομίας μας. Αντί η Κυβέρνηση να ασχολείται με ιδεοληψίες και «κυνήγι μαγισσών», θα πρέπει συστηματικά και μέσα από πρωτοβουλίες να δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον στον διεθνή περίγυρο για να διοχετεύσει την ενέργεια της Ελληνικής οικονομίας. Οι Ελληνικές επιχειρήσεις χρειάζεται να έχουν παρουσία και μάλιστα δυναμική στην γύρω περιοχή και σε αυτή την κατεύθυνση οφείλει να συμβάλει όλος ο πολιτικός κόσμος. Όμως οικονομία , παραγωγικότητα, ανάπτυξη, συμβαδίζουν στη σημερινή εποχή με την γνώση και την τεχνολογία. Χωρίς τεχνολογική γνώση και πολιτική δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος και ανάπτυξη. Χρειάζονται λοιπόν γενναία βήματα, που όμως δεν γίνονται. Για παράδειγμα στο νέο Αναπτυξιακό Νόμο, δεν δίδεται ιδιαίτερη σημασία στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών. Πέραν τούτου, υπάρχουν φόβοι ότι ο περιβόητος αναπτυξιακός νόμος θα μείνει στα χαρτιά, διότι το 2006 όταν θα τελειώσουν τα Προεδρικά Διατάγματα, θα έχουν τεθεί επί τάπητος οι καινούργιες ρυθμίσεις για τον νέο προϋπολογισμό του 2006…2013 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεγάλη προίκα που μας άφησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες παραμένει αναξιοποίητη. Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο για την μεταολυμπιακή αξιοποίηση της που θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη και την τόνωση της οικονομίας. Η χώρα μας προβλήθηκε μέσα από το μεγάλο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων, ήλθαν ξένοι τουρίστες, ίσως λιγότεροι από αυτούς που αναμέναμε. Όμως το πρόβλημα είναι τι κάνουμε πλέον για έλξουμε ποιοτικό τουρισμό, που θα τονώσει την οικονομία και θα συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη της περιφέρειας, καθώς έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί το γνωστό μοντέλο «ήλιος , θάλασσα» στον οποίο στηρίζονταν η τουριστική μας πολιτική. Με το να κάνεις απλά και μόνο διαφημιστικά προγράμματα δεν λύνεις το πρόβλημα. Πολιτισμός και ανάδειξη του μοναδικού φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος κυρίως των νησιών είναι σίγουρα το νέο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, στην κατεύθυνση προσέλκυσης ποιοτικού τουρισμού . Υπάρχουν για παράδειγμα προγράμματα ή σχεδιασμοί για δημιουργία θεματικών μουσείων, όπως αυτά που δρομολογήθηκαν από το Υπουργείο Αιγαίου την περίοδο 2000….2004. Υπάρχουν για παράδειγμα σχέδια ή προγράμματα για να δημιουργηθούν χώροι περιπάτου σε μη δομημένο περιβάλλον. Η πολιτική προστασίας και ανάδειξης των μοναδικών οικιστικών συνόλων των νησιών, η πολιτική προστασίας και ανάδειξης του περιβάλλοντος τους, που είναι ο μεγάλος πλούτος τους, η οποία δρομολογήθηκε την περίοδο του 2000…2004, φαίνεται να μπαίνει στο συρτάρι των νέων Υπουργών της Κυβέρνησης της Ν.Δ. Όπως φαίνεται ότι εγκαταλείπεται ένα άλλο μεγάλο εγχείρημα που είχε ξεκινήσει και αφορά τις θαλάσσιες συγκοινωνίες στα νησιά, που είναι καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη τους. Αν δεν υπάρχουν κατάλληλα σύγχρονα σκάφη, τακτική ενδοεπικοινωνία, τότε ο ξένος τουρίστας θα το σκεφτεί πολύ για να πάει στα νησιά μας. Γι’ αυτό λοιπόν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί η Κυβέρνηση επιχειρεί να ενταφιάσει, μια σύγχρονη λύση (που προβλέπει την προμήθεια υπερσύγχρονων σκαφών και την δρομολόγηση τους στην ενδοεπικοινωνία των νησιών) και η οποία έχει την πλήρη έγκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χάνουμε την μία ευκαιρία μετά την άλλη, από στενοκεφαλιά, κομματική εμπάθεια και ιδεοληψίες. Δυστυχώς η χώρα, έχει μπει, τους τελευταίους μήνες σε μια παρατεταμένη περίοδο, αβεβαιότητας και ανασφάλειας με αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ζωή. Χρειάζονται πρωτοβουλίες και συνεννόηση, διαφορετικά πάνε χαμένοι οι κόποι και θυσίες του λαού τα τελευταία χρόνια. Η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί πια να αναπαράγεται με όρους ποσότητας και χαμηλού κόστους εργασίας. Το κέντρο βάρους πρέπει να μετατοπιστεί από την ποσότητα στην ποιότητα. Όμως γι’ αυτό χρειάζεται : - διατήρηση και αύξηση της ζήτησης ώστε η οικονομία να συνεχίσει να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς - αύξηση των επενδύσεων (δυστυχώς σήμερα υπάρχει μείωση), ώστε να αυξηθούν ακόμα περισσότερο η παραγωγικότητα και ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας - αύξηση της ανταγωνιστικότητας με μία σύγχρονη αναπτυξιακή και τεχνολογική πολιτική , που θα αναβαθμίζει ποιοτικά την παραγωγή - ενδυνάμωση της αναπτυξιακής προοπτικής στην περιφέρεια, αποκεντρωμένη και νέα συγκρότηση του κράτους, με την συμμετοχή φορέων, που θα παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη - ενίσχυση της χρηματοδότησης για διευρυμένη και σύγχρονη κοινωνική πολιτική, με πόρους που θα προσέλθουν τόσο από την επιτάχυνση της ανάπτυξης, αλλά και από τις αλλαγές και αναδιανομές του εισοδήματος μέσα από το φορολογικό σύστημα.